Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Κατ' εφαπτομένη αλληλογραφία

Εσύ, φίλε μου, που κάθεσαι απέναντι και δεν βλέπεις τίποτε από εμένα, ψάχνεις, όπως και γω, να βρεις λόγο ή έπειτα και τρόπο να γνωριστούμε; Συγχώρεσέ με που μού περνάς αδιάφορος προς στιγμήν. Όλο αυτό γίνεται γιατί ψάχνω να βρω την ίδια την δύναμη που σπρώχνει την ζωή μου και με κάνει να νιώθω αυτό το τίποτα. Και ένα τίποτα που το βιώνεις με τις υποκειμενικές αντιλήψεις σου, μόνο τίποτα δεν είναι. Αν κάπου υπήρξε μια σπίθα από κάτι έγχρωμο, τότε την έθαψα προ πολλού τόσο βαθιά, που αν κατά προσέγγιση εξετάσω πόσο βαθιά μπορεί να είναι, τότε δυστυχώς, δεν θα με γνωρίσεις ποτέ.
                Μας έκατσε η μπίλια σε ανθρώπινη ζωή, η οποία θα εκπνεύσει και μεις δε θα έχουμε πάρει μυρωδιά μήτε ανάσα μήτε και θάνατο. Κι όμως, αν και για μένα αυτό το κυνηγώ κάθε στιγμή – άπιαστη ακόμη – νιώθω συμπόνια για αυτό που εσύ δε νιώθεις. Άρα με σένα τι γίνεται; Νιώθεις το τίποτά σου αλλά πονάς για μένα; Και αν πονάει ο ένας για τον άλλο έχει αυτό καμία σκοπιμότητα τελικώς; Αστείο μού φαίνεται, αν καταλήγει να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο το σύστημά μας. Εγώ να ζω από εσένα και συ από εμένα.
                Πόσες ζωές, τότε, να μπορέσω να αντέξω, όταν δεν υπήρξε κανένας θεός, παρά μονάχα μια υπερσύμπτωση που μού προκάλεσε αυτό που νομίζω ότι είμαι; Και αυτό που ίσως είμαι είναι ελάχιστο. Ελάχιστο σε σχέση με κάτι, αμφίβολο σε σχέση με το απόλυτο. Όμως, κάπου μού φαίνεσαι πως αντέχεις. Έτσι, μοιάζω κι εγώ; Ή εσύ όντως αντέχεις; Τα βιβλία, δεν καλύπτουν ούτε το ελάχιστο από την αλήθεια, αν τελικά υπάρχει και αυτή. Ίσως εσύ να έχεις περισσότερες απαντήσεις.
                Να ξέρεις πως κάνω μεγάλη προσπάθεια να βρω κάτι να σου δείξω να νιώσεις και συ με την σειρά σου κάτι πέραν του τίποτα. Ένας κόσμος γεμάτος άγνωστο, που ερχόμαστε και αφήνουμε λίγο από το υλικό μας, μήπως το αγγίξει κάποιος με εκτίμηση ή περισσότερο με ζεστασιά και ακουμπήσει παραδίπλα μέρος και από το δικό του. Δεν σου κρύβω πως φοβάμαι για την σχετικότητα του υλικού μας. Νομίζω πως το μόνο που έχω να σου περάσω είναι ο τρόμος μου για το απόλυτο τίποτα που περιτριγυρίζει την αίσθηση της ύπαρξής μας. Μήπως πάντα θα είναι καλύτερα να κρατάμε το μέσα από το δέρμα μας στεγανά κλεισμένο, μην τύχει και χαθούμε στο άπειρο; Κι όμως, μία δύναμη ανθρώπινη μέσα μου, με σπρώχνει πιο πολύ και από το ίδιο μου το μυαλό να ανοιχτώ και να αφήσω ένα κομμάτι μου, παρακαλώντας κάπως να σχετιστείς μαζί του. Ίσως πάρω κουράγιο έπειτα να σχετιστώ και εγώ με αυτό.

                Μέσα στο νου μου ρέει η σκέψη γρανάζια, γράσο, κατσαβίδια, δεν έχω κάτι άλλο μέσα μου που να επικοινωνεί με το έξω μου. Τα λοιπά φοβάμαι μην πεθάνουν αν έρθουν σε επαφή με τον αέρα που αναπνέουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου