Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Προς ανεύρεση ονείρου

                Στην τελευταία κραυγή αγωνίας ίσως ο μόνος που τελικά σε ακούει είναι ο ίδιος ο εαυτός σου. Η κατασκευή μας είναι τέτοια, ώστε μόνο εσωτερικός μπορεί να είναι ο αντίλαλος. Σε ορισμένες περιόδους ή σε ορισμένους ανθρώπους, κατά κύριο λόγο, ο ήχος απλά απαρροφιέται από τα μονωτικά τοιχώματα, που κάπως – για χάρην ευκολίας – μας χωρίζουν από τον υπόλοιπο μη εαυτό μας κόσμο.
                Κι όμως, αν μου σκίσεις την σάρκα στο μπράτσο μου, ας πούμε, μόνο στην εφηβική μου ηλικία θα φανταζόμουν πως ίσως, έστω και πολύ λίγο θα ξέφευγε μια γελοία κραυγούλα από μέσα μου στον έξω γύρω μου. Και ήρθαν αυτοί οι άνθρωποι του Freud και λένε ότι μπορούμε σε συνεργασία να αναπαραστήσουμε αυτά που μέσα μας κραυγάζουμε. Και σου ζητάνε να συμβιβαστείς. Να συμβιβαστείς με την καταδίκη του εγώ σου. Έρχονται να σου θυμήσουν με τον πιο υπαρξιστικό τρόπο, ότι επιτέλους, πάρε το απόφαση. Είσαι αυτό το τίποτα μέσα στο τίποτα, και όπως λέει η λογική αυτό μεταφράζεται ως δύο αρνήσεις, οι οποίες με την σειρά τους οδηγούν στην κατάφαση. Έτσι, γίνεσαι τα πάντα.
                Ίσως ο Ντοστογιέφσκι ακριβώς να μπόρεσε να μου αγγίξει την συγκεκριμένη αμφιβολία μου απαντώτας την, πριν καν θέσω το ερώτημα αυτό συνειδητά στον εαυτό μου. Και πάλι θα αναφερθώ, στο πολύ μικρό δημιούργημά του (σε επίπεδο χωρικού στις σελίδες εύρους) αλλά κατ’εμέ καταπληκτικό «Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου». Και βλέπεις εκεί τον γελοίο αυτόν βασανισμένο από τον χειρότερο εχθρό του, τον εαυτό του, να θεραπευέται από το ασυνείδητό του, το οποίο του δείχνει ότι αυτοκτονώντας συμβαδίζεις απόλυτα με αυτό που σου ορίζει ακριβώς ό,τι κοροϊδεύεις. Το εξευτελιστικό τίποτα.
                Είναι φορές, που αν και αναπνέω, θέλω να στρέψω το πρόσωπό μου στον ουρανό και να φωνάξω στο τίποτα που φτιάχνει το άπειρό του για τα μάτια μου «Περιγέλασέ με κι άλλο! Η φρίκη τού τίποτα σου δεν είναι ικανή ακόμη και φρίκη να μου προκαλέσει.» Μπρος ή πίσω από το μηδέν είναι πάντα το ίδιο. Ο καθρέφτης του αθροίσματος της απόστασής σου με αυτήν του ειδώλου σου, έχοντας ως σημείο αναφοράς το μοναδικό γνωστό σημείο, το μηδέν, θα είναι πάντα μηδενικός. Είμαι στην ζωή ή την εγκαταλείπω, πάλι η σχετικότητά μου υφίσταται όσον αφορά σε αυτό ακριβώς το απόλυτο μηδενικό. Γελάω μόνο με την ειρωνεία που δεν σου αφήνει κανένα περιθώριο. Ακόμη και η άβυσσος, κλείνει μέσα της το τίποτα.
                Κι όμως, ο γελοίος κάθε φορά που διαβάζεται από το σχετικό «είναι» μου μού θυμίζει κάτι. Ότι αξίζει να προσπαθήσω για αυτό που είναι εγγενές με την φύση μου, όμως χάθηκε από την ίδια την φύση μου. Ίσως και ο ίδιος να ψάχνει να κρατηθεί και το ασυνείδητό του να τού έτεινε το στιβαρό μα σκιά της πραγματικότητας χέρι του. Δεν με πειράζει καθόλου και μένα να με πουν με την σειρά μου τρελή, όμως μακάρι να είχα δει στο δικό μου όνειρο την πραγματικότητα. Και έτσι, μένω να πιστεύω στην δύναμη του γελοίου.
                Είναι ο άνθρωπος της κοινής φαντασίας μου με αυτή του Ντοστογιέφσκι που αγάπησα και εμπιστεύτηκα. Αν το είδε αυτός ο άνθρωπος, τότε υπάρχει. Μένει μόνο να πάρω την απόφαση να προχωρήσω ακριβώς πιστεύοντας μοναχά αυτόν και όχι αυτό που ορίζει η λογική και η ματιά μου. Πώς θα το πάρω απόφαση, ωστόσο; Και αν τελικά, ο Ντοστογιέφσκι δεδομένης της ταραγμένης ιστορίας του θέλησε να ακολουθήσει εναλλακτικά το δρόμο που πολύ πιο μελλοντικά δίδαξε ο Freud στους συνεχιστές του;
                Αν δηλαδή, ξέχασε το τίποτά του δίνοντας ένα ψεύτικο κάτι, τόσο ζωντανό καλλιτεχνικά, που ακόμη και τον πιο ταραγμένο να ανακουφίσει, ακριβώς με το άλλοθι ότι το τίποτα στο οποίο η ιδιοφυία του είχε πιστέψει, μόνο από ένα αληθινό κάτι θα μπορούσε να επισκιαστεί; Είναι πολύ δύσκολο να μην πιστεύεις στην σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, έτσι όπως ορίζεται από την επιζήσασα εξελικτικά κοινωνία, και παρ’ όλ’ αυτά να φτιάχνεις κάτι, όσο μπορείς πιο γνήσιο, ώστε να τύχει να συνδεθείς μαζί τους, αν ακόμη μία φορά η τύχη το θελήσει.
                Είναι δύσκολο να μπαίνεις στην άλλη διάσταση τού δίπλα σου, όταν ακριβώς τις συντενταγμένες της δικής σου δεν γνωρίζεις. Και αυτό να το κάνεις με την δική σου αλήθεια. Να λες το ψέμμα σου, ακριβώς γιατί γνωρίζεις ότι οφείλεις στον εαυτό σου να το πιστέψεις. Κι όμως, αυτό που ζεις βουτώντας με τον άλλο στο ακόμη πιο άγνωστο, κι έτσι ελαφρώς ασφαλέστερο βάθος του άλλου, κάνει το αίμα στις φλέβες να κυλά πιο γρήγορα. Ζεσταίνει τα άκρα σου και οξύνει τόσο τον νου σου, που μπορεί και αγαπάει το συναίσθημά σου. Κι όμως, βγαίνοντας από την άλλη άβυσσο, η δική σου στέκει εκεί εμπλουτισμένη με νέες κολάσεις και λαβύρινθους απατεώνων παλιάτσων, λάγνων ηθικοδιδασκάλων, πιστών αγοραίων ερώτων, υπεύθυνων επαναστατών ενάντια στους δεσμούς, δεμένους όμως με την σειρά τους με υποκριτικούς όρκους σε θεούς ανύπαρκτους και αναγεννήσεις με θανάτους.

                Κι έτσι, απλά εύχεσαι να αποκοιμηθείς νωρίς, και ίσως να δεις και συ με τα ίδια σου κλεισμένα μάτια την χαμένη πραγματικότητά σου, ώστε να την πιστέψεις από μέσα σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου