Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Οι δύο φοβισμένοι αδερφοί

             Έχει χαραχτεί μέσα μου η θύμηση μιας πρότασης σε ένα δοκίμιο ψυχαναλυτικό που κάποτε είχα διαβάσει, ωστόσο αυτή την στιγμή ο τίτλος και ο συγγραφέας του μού διαφεύγουν. Αυτό που θυμάμαι, λοιπόν, είναι ακριβώς αυτό που είχε ειπωθεί από τους σχετικούς κύκλους για τον παρανοϊκό χαρακτήρα. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που έλεγε ήταν ότι ο παρανοϊκός, πιο πολύ από όλους, εκείνος είναι που εμπιστεύεται.
 Εμπιστεύεται σαν μικρό παιδί. Και αυτό το μέγεθος της επένδυσης είναι που κάνει να πονά σαν προδοσία η όποια ματαίωση από τους δικούς του. Εξάλλου, και με βάση τα υποστηριζόμενα από τους ευρωπαϊκούς ψυχοδυναμικούς, το οικογενειακό περιβάλλον προέλευσής του, όπου και έχτισε τα πιο κρίσιμα χρόνια του, η κάποια σταθερότητα στην τρυφερότητα, ακόμη και του ανώριμου περίγελου από τους σημαντικούς άλλους της τότε ηλικίας του, του χάρισε την δύναμη να διατηρήσει κατά κάποιον τρόπο τις σχέσεις του με τα αντικείμενά του.
Είναι εντυπωσιακή, κατά την άποψή μου, η ομοιότητα των παρανοϊκών με τα σχιζοειδικά χαρακτηριστικά. Αν και δεν είμαι το άτομο που κατέχει τις γνώσεις ώστε να μιλήσει για ηλικίες παγίωσης των κοινών πολλές φορές αμυνών τους και ανάγκης για προστασίας της ατομικής ασφάλειας του είναι τους, ωστόσο η ομοιότητα είναι κάπως εντυπωσιακή και ιδιαίτερη. Το βαθύ άγχος κλονίζει και σκιαγραφεί πολλά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά τους.
Ο κρυφά παντοδύναμος παρανοϊκός έχει κάθε λόγο μέσα του να πιστεύει ότι είναι ο πόλος έλξης κάθε επίθεσης εναντίον αυτής της παντοδυναμίας και του κράτους του, ο σχιζοειδής από την άλλη με την κατακερματισμένη υπόστασή του, νιώθει έντονη την ανάγκη να κρυφτεί στην μοναξιά του προκειμένου να μην σκορπιστεί στον αέρα την ανυπαρξίας και της  απορρόφησης. Φόβοι που ο πιο «νευρωσικός» τύπος προσωπικότητας δεν δύναται να νιώσει. Ο παρανοϊκός θυμός, υποκινούμενος από την ενοχή για την παντοδυναμία που οφείλει να βοηθήσει τους πάντες (γιατί μια παντοδυναμία που δεν μοιράζεται στους πάντες, δεν είναι παντοδυναμία, αλλά καταστροφική δύναμη), την τόσο ανυπόφορη ντροπή και αίσθηση κακότητας, την οποία δεν αντέχει και προβάλλει στους γύρω τους, είναι το πιο γοητευτικό στοιχείο της συγκεκριμένης κυρίαρχης δομής. Μόνο ένας παρανοϊκός, με αυτόν τον συγκεκριμένο θυμό, δηλώνει φωνάζοντας (κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά) πως έχει εμπιστευτεί. Έχει σχετιστεί τόσο απόλυτα, που χωρίς αυτό το απόλυτα δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μόνο μία παρανοϊκή προάσπιση της σχέσης μπορεί να φτάσει το απόλυτο.
Είναι όμως και ο σχιζοειδής ο οποίος τραβά άλλο μονοπάτι με τον ίδιο ωστόσο τελικό προορισμό με τον παρανοϊκό. Για τον πρώτο η παθητικότητα είναι η επιλογή ζωής και έκφρασης της απόλυτης εμπιστοσύνης του στο τελικό μηδέν. Ότι δηλαδή ακριβώς επειδή το απόλυτο είναι σχετικό, και επειδή η πιθανότητα υπάρχει σε κάθε βήμα, τότε δεν χρειάζεται να θυμώσει. Εμπιστεύεται τόσο πολύ την μη εμπιστοσύνη του, ώστε και πάλι φτάνει να νιώσει την πικρία της προδοσίας. Μια πιο διάχυτη αίσθηση ίσως από αυτή του παρανοϊκού. Δεν χρειάζεται να προβάλλει τόσο όσο ο τελευταίος, ακριβώς γιατί εξαρχής θεωρεί ως βασικό αξίωμά του το μηδέν. Έτσι η ντροπή απλά αγνοείται, ο θυμός κατευθύνεται ελαφρά προς τα μέσα, η ανάγκη για απορρόφηση των άλλων δεν αντέχεται και προβάλλεται έξω , και ό,τι μπερδεμένο θάβεται πίσω από την φαντασία του. Και οι δύο κυνηγούν το απόλυτο μηδέν. Ο ένας με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους (παρανοϊκός), ο άλλος (σχιζοειδής) κατά κάποιον τρόπο εκ πεποιθήσεως. Για τον ένα η απειλή έχει όνομα, για τον άλλο δεν έχει όνομα η μη απειλή.
Τόσο όμοιοι, όμως και τόσο διαφορετικοί. Και ναι, για ακόμη μία φορά αναγνωρίζω και το πεπερασμένο των γνώσεών μου, την σχετικότητα των πάντων και την ύπαρξη μείγματος τυπολογιών χαρακτήρα. Όμως τα χαρακτηριστικά τους υφίστανται ακόμη και με την όποια σχετικότητά τους.

                Ποια ενσυναίσθηση μπορεί να χωρέσει τον πόνο από τις πληγές τους και να απαντήσει στον ρομαντικό ρεαλισμό τους; Είτε ως υπαρξιακό άγχος είτε ως άγχος αφανισμού, είναι πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου