Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

"Έχω την πιο μεθυστική μυρωδιά από όλα εσάς, τα φυτά!"...είπε ο νάρκισσος

                Πραγματικά, μου προκαλεί δέος το άπειρο του λαβύρινθου, που μας έχει πνίξει με τις επιλογές του. Πόσο παράξενο φαίνεται το απόλυτο κάποιου πράγματος, να αναιρεί αυτό το ίδιο πράγμα. Μιλάμε, στην προκειμένη, για την απόλυτη ελευθερία και το άπειρο επιλογών, προκειμένου να προσεγγίσουμε τον πιο μοναδικό και ανεπανάληπτο «στον αιώνα τον άπαντα» (πάντα με τη σχετική έννοια του απόλυτου) συνδυασμό χαρακτηριστικών ανιχνεύσιμων από την ανθρώπινη φύση, τον θαυμαστό χαρακτήρα (και ατομικά αλλά και ως έννοια θαυμαστό). Αυτή η απεραντοσύνη (πρακτική βέβαια) καθίσταται κατά κάποιο τρόπο υπεύθυνη για το πεπερασμένο των σχεδιασμών μας. Ίσως εκεί να βρίσκεται η αιτία που θα ήθελα όσο τίποτε, αυτή την στιγμή, να χαρίσω την ενοχή μου. Ο άνθρωπος είναι ανεπανάληπτο ον, κάτι παραπάνω από τα «θεία». Εκείνα έχουν την ίδια έννοια ακόμη και «φορώντας τα ρούχα τους αλλιώς». Ο άνθρωπος είναι ο θεός, που ίσως και να υπάρχει.
                Αυτόν, λοιπόν, τον άνθρωπο προσπαθήσαμε να πλησιάσουμε και να γνωρίσουμε, δεν ξέρω και γω στα πόσα (σίγουρα πολλά σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής καθενός) χρόνια που προηγούνται αυτής της στιγμής. Ο ταπεινός νους μας κατόρθωσε να φτιάξει καλούπια για να περάσει η γνώση από την μια γενιά στην άλλη. «Η γνώση πρέπει να μεταδίδεται σε κάθε ευκαιρία» είχε πει κάποτε άτομο πικραμένο, το οποίο – τραγική ειρωνεία – δυστυχούσε κάθε στιγμή κι όμως είχε αναλαμπές κρατήματος του συνδέσμου τού «έσω» με τον «έξω» εαυτού του (αγνώστου πυκνότητας και υλικού κατασκευής κάθε ένας από αυτούς τους εαυτούς) αναλογιζόμενος την γνώση, που φαινόταν τόσο σίγουρος ότι διέθετε. Άραγε, αν ανάρρωνε από την γνώση του (διατηρώντας για πάντα τα αντισώματά της στο βρομισμένο αίμα του), θα ήταν η σύνδεση ίδια; Θ’ αυτοκτονούσε; Θα έπεφτε σε βαθιά και αγιάτρευτη μελαγχολία; Θα ένιωθε πιο ανάλαφρος, καθώς, επιτέλους, μπορεί να έφευγε από πάνω του το φορτίο, που ίσως έτσι μπορεί και να το ένιωθε, της γνώσης και φρέσκος, σαν μαθητής Α’ Δημοτικού (εύρωστος, ζωηρός, ευτυχής) να ριχνόταν στον – όποιο- νέο αγώνα του; Ακόμη, και έναν αγώνα για τον πιο ξεφτιλισμένο θάνατο.
                Είναι λίγο για έναν άνθρωπο το λίγο που μπορεί να φτάσει. Χίλια στρώματα κάτω να κατέβει στον μανδύα της γης, πάλι δε θα τα καταφέρει, ώστε να επιστρέψει πάλι άνθρωπος. Κάτι κάνουμε λάθος. Κάτι από πολύ πιο βαθιά στην ιστορία μας, από όσο μπορούμε να σκεφτούμε. Η γνώση είναι κάτι άλλο. Σίγουρα δεν είναι το απόλυτο. Το απόλυτο, όμως, δεν υπάρχει. Έτσι δεν υπάρχει και το σίγουρα. Άρα, δύο αρνήσεις σε μία λογική πρόταση καταλήγουν σε μία καταφατικής φύσεως φράση. Το «είναι». Αυτό που ντύνεται καλά – σαν σε χειμώνα στον αρκτικό κύκλο – και μοιάζει με κάτι που «τεχνική αδεία» αποκαλούμε προσωπικότητα. Λέξη τόσο εύηχη, όταν την ακούς να αρθρώνεται σταθερά. Σαν ήχος από άδειες καρύδες κρεμασμένες στο ταβάνι, με πολύχρωμα κορδόνια, κουνημένες από το αεράκι, που χώθηκε στο δωμάτιο. Επειδή, έξω, η αλλαγή του καιρού υπάρχει. Και κρύβει μέσα της η εύηχη αυτή λέξη μια εξίσου όμορφη και οπτική άλλη λέξη, το πρόσωπο. Μάγουλα χείλη, μάτια, δέρμα, βλέμμα, χαμόγελο.Το «έξω» που αποτυπώνει το «μέσα». Με το μεγαλύτερο μέρος των μηνυμάτων που στέλνει μη ανιχνεύσιμο και αναλύσιμο, ακόμη και από τον πιο ικανό παρατηρητή της ανθρώπινης φύσης.
                Εξάλλου, τι θα μπορούσε να πει ένας τέτοιος παρατηρητής για κάποιον, που, οι πιο «τεχνικοί» αναλυτές του χαρακτήρα θα ονόμαζαν προσωπικότητα με προεξάρχοντα ναρκισσιστικά στοιχεία; Και ακόμη και η επιτυχής ταξινόμηση του ατόμου αυτού σε κάποιο «κουτάκι» μίας πολύ επιτυχημένης θεωρίας, ακόμη και αυτή μάλλον δεν έχει να μας πει τίποτε. Με το τίποτε πάντα σχετικό. Ποιος είναι ο νάρκισσος που δεν αγάπησε πραγματικά; Για τη θεωρία είναι όλοι. Όμως ποιος μπορεί να οριοθετήσει – ακόμη και με ένα τεχνικό σύστημα ανάλογο της αξιολόγησης της κλινικής εικόνας της προσωπικότητας – την αγάπη; Κάνουμε πάμπολλες σωστές λογικά σκέψεις, ωστόσο η αρχή δεν φαίνεται να πατάει και τόσο σταθερά κάπου.
                Ο νάρκισσος πονά. Επειδή δεν το περιγράφει στη γλώσσα των λοιπών κυρίαρχων δομών προσωπικότητας, μα στην απλοϊκή φαινομενικά δική του, δεν σημαίνει ότι δε νιώθει. Μπορεί να μην γνωρίζουμε αν υπάρχει αυτό το κάτι, όμως σίγουρα μπορούμε να αντιληφθούμε με την φτωχή κοινή αίσθησή μας, την κάποια διαφορά του από το κάτι άλλο. Ο νάρκισσος νιώθει τόση αγάπη, όση είναι περισσότερη από την μη αγάπη του. Πονάει τον σημαντικό του «άλλο» ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο τόν αγαπούν και οι λοιπές κυρίαρχες δομές, όσο περισσότερο μπορεί το «είναι» του. Η ανάγκη του είναι ανθρώπινη. Και ο άνθρωπος είναι πάντα άνθρωπος (με το σχεδόν δίπλα του το πάντα). Το να βάζει η άλλη κυρίαρχη δομή, τη ναρκισσιστική «στη θέση της», αυτό σημαίνει (με βάση τη λογική μου) ότι παίρνει το «νόμο» (της συμπεριφοράς και της συνύπαρξης) στα χέρια της. Ο νάρκισσος δεν έχει την τύχη της παρανοειδούς δομής. Δεν μπορεί – εκ φύσεως προσωπικότητας – να προβάλλει την ντροπή του. Ζει με αυτήν, ποτισμένη σε κάθε κύτταρό του. Για να νομίζει ότι έζησε (μιας και αφού επιχειρεί κάθε μη νάρκισσος να ορίσει με «αντικειμενικούς» και αυτονόητους, που ποτέ, ωστόσο, δεν εξηγήθηκαν όρους, τα συναισθήματα, έτσι μπορεί να χαρακτηρίσει και «αντικειμενικά» την ζωή ως σημασίας ή μη) την ανούσια ζωή του, τότε αυτό που τού χρειάζεται είναι το προσωπείο του. Η μάσκα του πιο καλού, του πιο πολύ, του πιο ο,τιδήποτε απ’ όλα. Μασκαρεύει το ψυχικά άυλο του. Τα μέσα του από αρχής εξαερώθηκαν και δεν μπορεί να τα ανιχνεύσει το ψυχολογικό μάτι του πρωτόγονου (κατά τα λεγόμενα τον αρκετά μεταγενέστερων από εμάς φιλοσόφων της ψυχής) εαυτού των λοιπών κυρίαρχων δομών. Σε αέρια μορφή βρίσκεται μέχρι και το όργανο ενδοσκόπησής του. Δεν μπορεί να δει αυτό που φαίνεται να μην υπάρχει. Και πάλι δύο αρνήσεις σε μία πρόταση. Έτσι ο νάρκισσος μονάχα φαίνεται.
                Μα ακόμη και η ιστορία του χαρακτηρισμού «ναρκισσιστικός» είναι τόσο οξύμωρη. Ο Νάρκισσος ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Μπορεί το αντικείμενο να διαφέρει από το αντικείμενο του έρωτα των λοιπών κυρίαρχων δομών, όμως το ρήμα είναι το ίδιο. Και κάπου όλοι γνωρίζουν πόσο πόνο κρύβει μέσα του ο έρωτας, ακόμη και στην πιο ευχάριστη εκδοχή του. Και το «πονάει» είναι ρήμα. Ερωτεύομαι σημαίνει και κατά κάποιον τρόπο πονάω. Ερωτεύομαι σκέτο. Το αντικείμενο δεν αλλοιώνει την ένταση. Σε καμία δομημένη υγιώς κοινωνικά γλώσσα. Εξάλλου, εδώ που τα λέμε, αν η χρήση των «εαυτο-αντικειμένων» είχε να κάνει με την «εγωιστική» ουσία τού «είναι», τότε ο νάρκισσος, θα ήταν αναρριχητικό φυτό. Όμως δεν είναι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου